Η πατρική του οικογένεια

Ο Νικόλαος Χρήστου Φελέκης γεννήθηκε στις 15-1-1913 στον Μαχαλά της κοινότητας Δημαριού.

Ανάστημα 1.58, σχήμα προσώπου ωοειδές, χρώμα οφθαλμών καστανόν, επάγγελμά γεωργός, θρήσκευμα Χριστιανός ορθόδοξος, δημότης Δημαριού, μητρώο αρρένων 5.

Πατέρας του ο Χρήστος και μάνα του η Θεοδώρα Μάμμου του Ευστρατίου. Αδερφές του η Ανάστω και η Χριστίνα.  Τα αδέρφια του ο Θόδωρος, ο Γιώργος, ο Αριστομένος,  ο Στάθης και  ο Φίλιππας.

Πέρασε καλά παιδικά χρόνια. Μεγάλη οικογένεια που είχε τα απαραίτητα. Ο Νίκος δούλευε στα χωράφια και ήταν και καλός τσοπάνος. Πολύ δεμένος με τη μάνα του, είχε τη φωτογραφία της πάντα δίπλα στο μαξιλάρι του μέχρι τα βαθιά γεράματα και άφησε εντολή να του βάλουν αυτή τη φωτογραφία μαζί του εκεί που θα πάει, άμα φύγει από δω.

Νικόλαος Χ. Φελέκης: Ο πολεμιστής

Η δική του οικογένεια

Οι δυο μεγαλύτερες αδερφές του παντρεύτηκαν στο Φωτεινό και τον ζητούσαν συχνά για θελήματα, στα χωράφια και κυρίως στα ζωντανά. Τότε ήρθε και το προξενιό. Η Αλεξάνδρα Κασσελούρη ήταν όμορφη και προκομένη γυναίκα. Είχε σπίτι στο Φωτεινό και χωράφια. Παντρεύτηκε στα 26 του, 1939, στα δύσκολα χρόνια πριν τον πόλεμο ακριβώς. Άφησε τη γυναίκα του με την κοιλιά πέρα και πήγε στο κάλεσμα της πατρίδας το 1940.

      Στα 29 του στις 2 Φεβρουαρίου 1942  αποκτά το μεγαλύτερο από τα πέντε επιζήσαντα  παιδιά του, την κόρη του Λαμπρινή.  Το 1943 τεκνοποιεί την Ελένη και το 1945 το γιο του Χρυσόστομο. Στα 44 του χρόνια, το 1953,  γεννάει την κόρη του Θεοδώρα,  δυο χρόνια αργότερα(1955)  το γιο του Αλέξανδρο και τρία χρόνια μετά(1958) το ψημάδι του το γιο του Κων/νο, που πέθανε μετά δυο χρόνια περίπου, όπως πέθαναν γρηγορότερα και άλλα δυο παιδιά, ο Δημήτρης πριν από τη μεγάλη κόρη του Λαμπρινή και η Αποστολία μετά τον γιο του Χρυσόστομο.

       Στον πόλεμο

Στα 27 του πάει φαντάρος στον πόλεμο του ‘40’ στην Αλβανία. Ξεκίνησε από το σπίτι με τα δυο μουλάρια που τα είχαν επιτάξει για τη μεταφορά πολεμοφοδίων. Στην αρχή κουβαλούσε σαν ημιονηγός και τα πήγαινε στην πρώτη γραμμή. Φρόντιζε πολύ τα μουλάρια του. Τα τάιζε στη χούφτα ότι έτρωγε κι αυτός.

Τα φόρτωνε όσο έπρεπε. Άμα έρχονταν τα αεροπλάνα τα έχωναν στο δάσος ή τα καμουφλάριζαν με κλαριά. Η δουλειά αυτή ήταν πολύ σημαντική για την έκβαση του πολέμου.

Αυτό φάνηκε καθαρά όταν έλειψαν πολεμιστές από την πρώτη γραμμή και μετακίνησαν εκεί τους ημιονηγούς. Σε λίγο χρόνο παρατηρήθηκε έλλεψη εφοδίων, γιατί οι αντικαταστάτες στις μεταφορές δεν ήξεραν να χειριστούν τα ζώα. Έτσι ο Νίκος ξαναγύρισε στα μουλάρια του.

Και στην πρώτη γραμμή πολέμησε εφαρμόζοντας αυστηρά τους κανόνες ασφαλείας που του έλεγαν οι αξιωματικοί. Αυτό τον έσωσε από ατυχήματα.

Εντύπωση του έκαναν μερικά επεισόδια που τα επαναλάμβανε κάθε φορά που ερχόταν η συζήτηση στον πόλεμο.

Τα αεροπλάνα συχνά τους έκαναν επιθέσεις, ειδικά όταν πλησίαζαν στην πρώτη γραμμή. Πετούσαν πολύ χαμηλά, τόσο που μια φορά πήρε ένα μεγάλο λιθάρι και το έριξε πάνω σε ένα από αυτά, καθώς πετούσε ακριβώς από κάτω τους στην πλαγιά. Ούτε που έπαθε τίποτα το σιδερένιο πουλί.

Ένα  μεσημέρι,  που κάθισαν   να φάνε πέφτει  όλμος στο καζάνι και τους άφησε νηστικούς. Το ίδιο έγινε και την άλλη μέρα. Δυσκολεύτηκαν να βρουν από πού έρχονταν η βολή. Τελικά διαπίστωσαν ότι ο όλμος είχε στηθεί στο καμπαναριό μιας εκκλησίας. Και η διαταγή ήταν μια βολή και το γκρέμισμα του καμπαναριού.

Το χιόνι ήταν πολύ. Κοιμόταν στις σκηνές. Το πρωί σηκώθηκε παγωμένος. Άνοιξε η πόρτα της σκηνής και βλέπει τον Βασιλιά να σκύβει και να τον χαιρετάει. Σαν είδε την κατάστασή του πήρε χιόνι και τον έτριψε.

Πολλοί σκοτωμένοι στρατιώτες  ήταν γυμνοί, γιατί έπαιρναν οι ζωντανοί στρατιώτες τα ρούχα τους. Από το κρύο τα όργανά τους ήταν σε στύση από το κρύο και τα χτύπαγε με το ξύλο.

Άμα τέλειωσε ο πόλεμος φόρτωσε τα δυο μουλάρια του με ρούχα. Όταν έφτασε στην Πρέβεζα και σταμάτησε να κάνει μπάνιο στη θάλασσα του τα πήραν όλα.

Συμμετείχε και στον εμφύλιο σαν σύνδεσμος ανάμεσα στις αντάρτικες ομάδες. Τον επιστράτευσαν και βοήθησε όσο μπορούσε αν και δεν καταλάβαινε γιατί. Κυρίως πήγαινε στο χώρο περί την Σκουληκαριά. Αφηγείται ότι μια φορά που άργησε να γυρίσει δέχτηκε επίθεση και χτύπημα στο πρόσωπο.

Στο Φωτεινό

   Σταθμοί στη ζωή του αρκετοί. Ίσως ο σημαντικότερος το 1953 όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφήσει τη γενέτειρα- τον Μαχαλά του Δημαριού -  και να μεταναστεύσει μόνιμα στο χωριό της γυναίκας του, το Φωτεινό. Ξεριζωμός για όλη την  οικογένεια και κυρίως τον ίδιο και τα μεγαλύτερα παιδιά του που άφησαν πίσω φίλους και συγγενείς που είχαν συνηθίσει τόσα χρόνια.

Στα 43 του ξεκινά νέα ζωή. Να επισκευάσει το σπίτι του πεθερού του που δεν γνώρισε ποτέ, με τη βοήθεια των αδερφών του, κυρίως του Θόδωρου. Να αγοράσει χωράφια αντικαθιστώντας όσα πούλησε στον Μαχαλά. Να φτιάξει πηγάδι και αλώνι. Καλύβες και στάνες για τα ζωντανά.

Δεν φεύγει εύκολα από το Φωτεινό. Πηγαίνει που και που στο Μαχαλά για τις κοινωνικές υποχρεώσεις των συγγενών. Στην Άρτα έρχεται μία φορά που χρειάστηκε το νοσοκομείο να θεραπευτεί από το τσίμπημα του φιδιού. Χρειάστηκε να πάει και στην Αθήνα για κάνα χρόνο, να εργαστεί να βοηθήσει τα μικρότερα παιδιά του, τη Θοδώρα και τον Αλέξη. Οι οικοδομικές εργασίες και το  πτηνοτροφείο στον Ασπρόπυργο τον φιλοξένησαν.

«τον θυμάμαι» αφηγείται ο γιος του Αλέξανδρος «να τηγανίζει 20 αυγά τη φορά και να τα τρώει, να πετάει καθημερινά πλήθος νεκρά πουλιά από την άνοδο της τεχνητής θερμοκρασίας».

Εργαζόμενος 

Το μεροκάματο και το αφεντικό στα κτήματά του ήταν το επάγγελμά του. Συνειδητός και στα δυό. Ήξερε να ελέγχει την κούραση, το φαγητό και τις καιρικές συνθήκες. Ντύνονταν όπως έπρεπε και δεν αρρώσταινε εύκολα. Όταν επιβαρύνονταν από ιώσεις θεραπεύονταν εργαζόμενος. Στη δική του δουλειά ξεκουράζονταν το μεσημέρι. Προτιμούσε τροφές με φυτική προέλευση παρά ζωική. Το ψωμί, το τυρί και το σκορδοκρέμυδο τον ευχαριστούσε πιο πολύ από ένα ψητό κρέας. Πρόσφερε στους χωριανούς τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς παρά τις αντίθετες προτροπές της συζύγου. Κούρευε φίλους και συγγενείς, έσφαζε τα λιανοζώντανα τις γιορτές ή όποτε χωρίς να ζητά αμοιβή παρά μόνο μια εκτίμηση. Εγωιστικό;

Διασκέδαση

Τα φυσικά στοιχεία η ησυχία, τα κελαδίσματα και τα βελάσματα και τα κουδούνια τον διασκέδαζαν. Απέφευγε τον συγχρωτισμό του καφενείου και της συνάθροισης στην εκκλησία και στο πανηγύρι. Στο τελευταίο ήταν μόνιμα απών. Έφτιαχνε για να περνάει ευχάριστα την ώρα κουτάλια και πιρούνια ξύλινα. Έβλεπε και τηλεόραση στα στερνά του, χωρίς να καταλαβαίνει πώς χωράνε τόσοι άνθρωποι μέσα σ΄ένα τόσο μικρό κουτί. Λιτός και απέριτος, όπως στα λόγια του, το ντύσιμό του, το φαγητό και τις μετακινήσεις του. Καλύτεροί του φίλοι τα ζώα του. Και οικογένειά του σαν τα παιδιά του. Τις συναισθηματικές εντάσεις του τις διασκέδαζε με το τραγούδι και συνήθως με τη δουλειά.

Τα κοινά

Δεν χρημάτισε σε καμιά θέση κοινών. Το πιθανότερο γιατί δεν ήξερε γράμματα. Γνώρισε όμως καλά την πολιτική, έστω κι αν δεν ήξερε την άσκησή της. Ήξερε τη δική του υποχρέωση, το δικό του καθήκον και το έκανε χωρίς να γογγύζει. Ψήφαε μέχρι που τον βάσταγαν τα πόδια του. Οδηγός του στον δύσκολο αυτόν δρόμο, όπως και αλλού η συζυγός του.

Τα τελευταία του

Ευτύχησε στα τελευταία του να έχει τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Όταν κόντευε να χάσει εκείνη  που το αισθάνθηκε έριξα και μαύρο πανί μπροστά του. Σαν να παραιτήθηκε από κάθε εγκόσμιο. Ήρθε η άνοια και τον απόκοψε από πρόσωπα και πράγματα. Τρία χρόνια φυτοζωούσε. Δεν είχε πόνους στα στερνά του. Η μικρότερή του κόρη, η Θοδώρα, που είχε και το όνομα της μάνας του, με τον σύντροφό της Κώστα Πανδή από την Κέρκυρα, δεν τον άφησε να νιώσει μόνος και αβοήθητος στα δύσκολα χρόνια των γηρατειών.

Έφυγε πλήρης ημερών και παραστάσεων στις 19 Νοέμβρη του 2010, μόλις 3 χρόνια πριν καβαλήσει τον αιώνα.

foteino artas

Το πατρικό του Νίκου  στον Μαχαλά 

Σπίτι στο Φωτεινό Φελέκης Νικόλαος

Από τα κοινωνικά των Φωτειν/τιστικών
 

Θα ζεις

Εφτά Δευτέρου, Δύο Χιλιάδες Εφτά.

Αγώνας στα μαρμαρένια αλώνια.

Φαίνεται να πέρασε τη Μεγάρχη

αυτός που περίμενε.

Θα βγει νικητής; Ναι.

Ενενήντα τέσσερα χρόνια νικητής.

Επειδή τον λένε Νίκο;

……………………………………………………..

Σκληρή βιοπάλη από μικρός.

Πού παπούτσια, πού ρούχα, πού ταξίδι;

Μεροκάματο, ξελάκωμα και ζωντανά.

Πέντε παιδιά να νταντέψει, να νυκοκυρέψει.

Πόλεμος στην Αλβανία σαν ημιονηγός.

Η χλαίνη που γύρισε, σουρωτή και εμφύλιος.

…………………………………………..

Χαμόγελο πλατύ, η καλημέρα για όλους.

Στα εξήντα του μονόζυγο

με τα εγγόνια του μπάρμα-Στάθη.

Σοφία των δέντρων, των πουλιών και των ποταμών.

Στην παράδοση σταθερός: έτσι το βρήκαμε.

Συγχρωτισμός ελάχιστος: ένας καφές

στο βακούφικο, μετά την εκκλησία,

αν δεν γεννούσαν τα πρόβατα.

Λιτός: το ρούχο για το κρύο και τη γύμνια

το φαϊ  χωρίς απόλαυση,

κύρια χαρά ο καθαρός αέρας.

……………………………………..

Ούτε μέρα στο σχολειό. Στα πρόβατα

οι μεγαλύτεροι του έδειχναν

στην πλάκα του αλωνιού τα γράμματα.

Στα γόνατά του έμαθα το άλφα και το ωμέγα.

 Τη ήπια πολιτική: το γάιδαρο βαράνε.

Η σφαλιάρα, σαν το παιχνίδι μ’ απορρόφησε

κι άργησα να πάω στο τέγκιασμά,

ανέκοψε τη θεία συνέπειά του.

……………………………………………..

Πάνω από μήνα τώρα ξεκίνησε.

Μικρή σπίθα η μνήμη του,

δυνάμεις λίγες.

Όσο ζω θα ζεις. Θρύλος και θεριό.

Στη ράχη, κάτω από τη συκιά,

θα κοιμάσαι κάθε καλοκαιρινο μεσημερι,

με μαξιλάρι την πέτρα.

Κάθε χειμώνα, στο σύθαμπο, θα ξε-

καμπάς στην Ουρανία με τις τσιούμες

στα δυο μουλάρια και τα πρόβατα πίσω.

Μέσα σε κάθε κουδούνισμα θα

είσαι εσύ, νέος, δυνατός και στήριγμα.

Α.Φ

 Η βρύση στον Μαχαλά

 Αλεξάνδρα Α. Κασσελούρη-Φελέκη

Το πηγάδι στις Λάκκες (8/2016

Πατρική Οικογένεια

      Γεννήθηκε το 1917 στο Φωτεινό σήμερα, τότε Χώσιανα,  από τον Αλέξανδρο   Κασσελούρη και την Όλγα Κολιού. Εδώ μεγάλωσε. Ο πατέρας της έγινε ο πρώτος    ιερέας φωτεινιώτης αλλά μόνο για 7 μήνες. Με την Ισπανική γρίπη του 17 δεν άντεξε  και άφησε την Αλεξάνδρα μόλις τεσσάρων μηνών. Η μάνα της Όλγα καταγόταν από  την Ανωπέτρα.  Μεγαλύτερος κατά 3-4 χρόνια αδερφός της ο Κωνσταντίνος που έγιν    χωροφύλακας, και επειδή δεν είχε παιδιά,  άφησε το δικό του μεράδι στο πατρικό σπίτι     και τα χωράφια,  στην αδερφή του με την μεγάλη οικογένεια.

 Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, γιατί δεν είχε πατέρα και ήταν και τα χρόνια εκείνα  του πολέμου. Δούλευε από μικρή μεροκάματο για να τα βγάλει πέρα με τη μάνα της   Στο δημοτικό σχολείο πήγε μέχρι την Τετάρτη τάξη. Δεν υπήρχε τρόπος για   περισσότερα.

 

Η οικογένειά της

   Στα 22 της  περίπου παντρεύεται τον Νίκο Φελέκη από το Μαχαλά του Δημαριού. Νέος  κι αυτός μα εργατικός και τίμιος. Για μια δεκαετία μένει σ’ ένα σπίτι δίπατο  με δυο δωμάτια και υπόγειο,  με τον πεθερό, την πεθερά και τρία κουνιάδια. Εκεί έφτιαξε αρχικά  και τη δική της οικογένεια. Κατόπιν αγόρασε ένα δικό της εκεί κοντά με δυο δωμάτια ισόγεια.  Γεννοβολάει το ένα μετά το άλλο. Οκτώ συνολικά γέννες. Οι τρεις δεν ήταν τυχερές και χάθηκαν οι καρποί της κοιλιάς της, πράγμα που τη λυπούσαν σαν την ορφάνια. Επέζησαν τρία κορίτσια – Λαμπρινή, Ελένη και Θεοδώρα  και δυο αγόρια ο Χρυσόστομος και ο Αλέξανδρος.

Στον  Μαχαλά, παρά τις δυσκολίες, δεν κακοπέρασε. Είχε την εκτίμηση από τα πεθερικά της και τα κουνιάδια της και από το χωριό όλο. Τα αγαθά τα είχε το σπίτι που δούλευαν πολλοί και τάφερναν.

Το 1953 που έφυγε για το Φωτεινό στενοχωρέθηκε όπως και πολλοί Μαχαλιώτες και κυρίως Μαχαλιώτισσες. Μια δεκαπενταετία έκανε στενές σχέσεις. 

Στο Φωτεινό είχε την ανεξαρτησία της καλύτερα. Εδώ ξεκίνησε από την αρχή. Επισκεύασε το πατρικό της σπίτι, αγόρασε χωράφια. Δούλευε στα χωράφια και είχε να μαζέψει και το σπίτι της. Η μάνα της τη βοηθούσε όσο γινόταν.

Το βιός της όχι το σπίτι, τα 40 στρέμματα χωράφια, τα 20 γιδοπρόβατα, τη μία γελάδα και τα δυο μουλάρια της αλλά τα 48 άτομα της οικογένειάς της, που της είχε την έννοια και τη φρόντιζε σαν δική της.

Από τη Λαμπρινή έκανε γαμπρό της τον Βασίλη Πανέτα και τρία εγγόνια, τη Θοδωρούλα, τον Αντώνη και τον Νίκο. Η Θοδωρούλα της έκανε γαμπρό τον Βαγγέλη Πανέτα από το Φωτεινό και τέσσερα δισέγγονα: τον Νίκο, την Γιώτα, τον Βασίλη και τον Λάμπρο. Ο Αντώνης της χάρισε νύφη τη Νίκη Μπαρμπούτη από τη Λάρισα  και 2 δίγγονα, τον Βασίλη και τον Δημήτρη. Ο Νίκος δεν παντρεύτηκε.

Από την Ελένη έκανε γαμπρό της τον Γεώργιο Κασσελούρη από το Φωτεινό και 3 εγγόνια: τον Χρήστο, την Σοφία και την Δήμητρα. Ο Χρήστος της χάρισε μια νύφη, την Τασία Μπούρα από τη Μεγαλόπολη Αρκαδίας και 3 δίγγονα, την Ελένη, τον Γιώργο και τον Δημήτρη.

Η Σοφία της χάρισε έναν γαμπρό τον Γιωργο Βαρδή από το Παλαιοχωράκι και 2 εγγόνια, τον Κωσταντίνο και την Ανθούλα.

Ο Χρυσόστομος της χάρισε μια νύφη την Βασιλική Κ. Τριανταφύλλου και 4  εγγόνια: την Αλεξάνδρα, τον Νίκο, την Όλγα και την Ελευθερία.

Γνώρισε νομίζω  από την Όλγα τον γαμπρό της  Δημήτρη και 2 εγγόνια, τον Αποστόλη και την Κων/να, ενώ από την Ελευθερία τον γαμπρό της  τον Γιώργο τον ιερέα και μια  εγγόνα την Νικούλα.  

 Η  Αλεξάνδρα,  αφού έφυγε η ίδια για τον άλλον κόσμο (Αμερική, όπως είπε)  και ο Νίκος παντρεύτηκαν και έκαναν από ένα γιο και η Όλγα και η Ελευθερία από ένα ακόμα τέκνο.

Η Θεοδώρα της χάρισε 2 γαμπρούς, τον Τάκη Πανέτα και τον Πανδή Κωνσταντίνο.

Ο Αλέξανδρος τέλος της έδωσε μια νύφη την Πατρούλα Σιάκα από το Φωτεινό και 2 εγγόνια, τον Νίκο και  την Αλεξάνδρα όσο ζούσε.

Εργασία

Επάγγελμά της η αγροτιά και η κτηνοτροφία. Σιτάρια, καλαμπόκια, βρώμη, ρεβίθια, φακές, λαχανικά, φρούτα, κυρίως αχλάδια και σύκα. Έφτιαξε και καπνό κάποια χρόνια. Πρόβατα και γίδια και γελάδες και μουλάρια για μεταφορά και όργωμα. Μεροκάματο δεν το άφηνε. Πέντε παιδιά μεγάλωσαν δύσκολα. Με ξυπολυσιά και ψωμοτύρι. Κουβαλούσε με τα ζώα και ξύλα και κάρβουνα στην Άρτα, δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά. Ο άνδρας της τα έκοβε και τα φόρτωνε στα ζώα και αυτή τα μετέφερνε στην πρωτεύουσα του νομού και τα πουλούσε. Έφερνε λίγο λάδι και κάνα μακαρόνι ή μανέστρα ή ότι άλλο ήταν χρεία.

Τα ρούχα τα ύφαινε στον αργαλειό. Η ίδια και οι κόρες της κυρίως η Λαμπρινή. Το γάλα το έπηζε τυρί και το αποθήκευε σε δέρμα ζώου. Με σιτάρι και γάλα ζούσε η οικογένεια.

 

Διασκέδαση

Είχε την κοινωνικότητα ανεπτυγμένη. Πήγαινε τακτικά στην εκκλησία. Με τα παιδιά της πήγαινε και στα πανηγύρια το δεκαπανταύγουστο. Τα καλοκαιρινά βράδια μαζεύονταν με πολλούς χωριανούς και χωριανές στις συγκεντρώσεις του ξεφλουδίσματος. Ήταν εκ φύσεως απαισιόδοξη και οι συνθήκες την έσπρωχναν πιο πολύ προς τα κει. Είχε επαφές με τους στενούς συγγενείς της που τους επισκεπτόταν κάποτε ή τους χαιρετούσε και τους  ευχόταν με γνωστούς ή το τηλέφωνο.

Το τέλος της                                                                                                                                   

Το 2007, στις 20 Μαρτίου, στο σπίτι της στο Φωτεινό άφησε την τελευταία της πνοή. Εδώ έζησε όλα της τα χρόνια, αφού έφυγε για 2 χρόνια μόνο για Αθήνα και Λάρισα. Τη γηροκόμησε η κόρη της Θεοδώρα και ο συντροφός της Κώστας Πανδής. Τα στερνά της ήταν ήσυχα. Η υγεία της παρά το ένα νεφρό που έβγαλε εδώ και 30 χρόνια ήταν καλή.  Χαιρόταν το χωριό της και τους χωριανούς της, τα παιδιά της και τ’ αγγόνια της. Σύνταξη έπαιρνε και είχε ταναγκαία. Είχε το σεβασμό όλων. Μακαρισμένη και από το τέλος της. Ευτύχησε να δει παπά γαμπρό από εγγόνα και όχι από παιδί που ήταν το όνειρό της να αντικαταστήσει τον πατέρα της τον παπαλέξη.

Ένας Χρόνος

«Γιατί το βαράς αλιέκου;»

Κάθε φορά που πήγαινα

αυτή τόλεγε κι εγώ

άκακα κι απρόσεκτα

χτύπαγα το νιόφτιαχτο

συρτάρι από το Χάρη.

…………………………………

Ο πόνος της λέξης. Του χρώματος.

Το σάλι της το πήρε η εγγονή.

Μαύρο. Πάντα μαύρη η εμφάνιση

από την κορφή ως τα νύχια.

Από το τσεμπέρι ως τα παπούτσια

και τις κάλτσες.

Θυμάμαι και τη μπλε ρόμπα της.

………………………………………

«Πάλι καπνίζεις; Δε σούπα

 να το πετάξεις; Πούφ!

Της το χρώσταγα λοιπόν.

Και από καιρό το λιγόστευα.

Αυτή έβλεπε πως μόλις

ξεπέζευα τη μηχανή

το άναβα και φώναζε.

…………………………………….

Μεγάλος ο νόμος της.

Ο λόγος της υπέρτατος.

Περήφανη διαφέντευε.

Μόνη στην ορφάνια

με το ακουστικό του τηλεφώνου

διηπειρωτικά.

Άρτα 2008

 Το αλώνι στον Φραξιά(8/2016) 

Τι είπαν

Μίλησαν οι στενοί συγγενείς για τον Νίκο και την Αλεξάνδρα:

 

Λαμπρινή η κόρη τους: καλοί ήταν οι γονείς μου. Πέρασαν τόσα χρόνια.

 

Ελένη η κόρη τους:

ήταν πολύ καλοί γονείς. Παιδεύονταν για μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου πολύ όμορφο. Η μάνα μου είχε όλες τις ευθύνες και παιδεύονταν πιο πολύ και στο σπίτι και στα χωράφια. Βοηθούσαμε και εμείς τα παιδιά βέβαια. Εγώ έκανα τη διαδρομή Φελεκέικα – Αρπακούλα κάθε μέρα με τον ντενεκέ γεμάτο γάλα στην πλάτη. Ύφανα με τη μάνα στον αργαλειό κουρέλια, σαίσματα, νεροκουβέρτες.

 

Χρυσόστομος ο γιος τους:

 οι γονείς μου αγωνίζονταν, δούλευαν και δεν κοίταζαν τίποτα άλλο, καμία διασκέδαση. Στην εκκλησία ο πατέρας πήγαινε σαν γέρασε και δεν δούλευε τόσο και κάθονταν με τον μπάρμπα-Νικόλα και τον Δημήτρη Πανέτα.  Από τον γκασμά και το φτυάρι στα πορτοκάλια και στα πρόβατα και τα γελάδια. Ξύλα έκοβαν και τα πούλαγαν στην Άρτα.  Πολύ δουλειά. Ο πατέρας βοηθούσε μαζί με τον αδερφό του τον Στάθη την αδερφή τους τη Χριστίνα που ήταν χήρα και είχε παιδιά. Η μάνα τα παιδιά της και τίποτε άλλο. Από 40 χρονών είχε πρόβλημα στα νεφρά της η κακομοίρα και έφτασε λίγο-λίγο τα 90 της. Είχε στο σπίτι καλή βοηθό, τη γιαγιά την Όλγα. Τα έβρισκε όλα έτοιμα. Όλα καθαρά και φαγητά καλά. Αυτή θυμάμαι μας πήγαινε για δισκέδαση στα πανηγύρια, στο Καναλάκι κι αλλού 2-3 μέρες πριν το πανηγύρι. Τίμιοι άνθρωποι. Δεν ήξεραν ψέματα και κλεψιά. Δεν είχαν γραμματικές γνώσεις και παρ’ όλα αυτά δεν είχαν κακία. Ο πατέρας πανέξυπνος, ούτε μια λέξη γράμματα, αγαπητός στον κόσμο. Δεν ασχολούνταν όμως καθόλου με τα λεφτά. Εγώ Τρίτη τάξη δημοτικού ήρθα στο Φωτεινό. Επισκεύασαν το σπίτι που ήταν ένα δωμάτιο και δεν μας χώραε. Τα αδέρφια του πατέρα, ο Θόδωρος με τα παιδιά του το τελείωσαν σε 3-4 μέρες.

 

Δώρα η κόρη τους:

Για μένα οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί. Μας είχαν την έννοια και την φροντίδα. Η μάνα πιο πολύ στο σπίτι και ο πατέρας έξω.

 

Αλέξανδρος ο γιος τους:   

Πολύ δεμένος και με τους δυο γονείς. Πιο πολύ με τη μάνα. Σίγουρα, παρ’ ότι δεν φαίνεται λογικό, μου έδωσαν τόσα πολλά γενικά που ο ίδιος δεν έδωσα, ούτε θα δώσω στους απογόνους μου. Λυπάμαι πολύ που τους στεναχώραγα  όταν τους φώναζα και τους γέμιζα με ενοχές για δικές μου κακές  επιλογές.

Ο πατέρας με ανέβαζε, αρχές δημοτικού, στο αμπάρι το μεγάλο που είχαμε στο δωμάτιο του τζακιού και βάζαμε το αλεύρι και άλλα σπορίματα και ήθελε να του λέω ένα μακρύ ποίημα με τίτλο ‘ο Κωστάκης’, και αφηγούνταν την ιστορία του παιδιού που η μάνα του το έφτιαξε πίτα για να μην μαρτυρήσει την παράνομη στάση της και την έδωσε στον πατέρα να φάει και η πίτα μαρτύρησε και ο πατέρας έσφαξε τη γυναίκα του.

Θυμάμαι τον καημό της μάνας που δεν γνώρισε τον πατέρα της κι ήθελε ένα παιδί να γίνει παπάς. Την περηφάνια του πατέρα που πολέμησε στην Αλβανία και την απέχθειά του για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο.

Η παιδαγωγική του πατέρα συνοψίζονταν στο ρητό ‘τα γαιδούρια δέρνουν’ και έρχονταν σ’ αντίθεση μ’ αυτή της μάνας που δέχονταν την λογική πίεση για το καλό του παιδιού. Έτσι πορεύονταν με τα παιδιά και τ’ αγγόνια, σε μια εποχή που εφαρμοζόταν κατά κόρον το ‘ξύλο βγήκε από τον παράδεισο’.  

 

Σαν παιδιά τους μεγάλωσαν για 3-4 χρόνια  και τα τρία παιδιά της μεγάλης κόρης τους Λαμπρινής, σαν αυτή δούλευε με τον άνδρα της στη Γερμανία.  Αυτά είπαν τα παιδιά:

 

Θοδωρούλα:  Μας μεγάλωσαν σαν γονείς. Καλοί ήταν. Η γιαγιά ήταν λίγο νευρική και με πίεζε με τσιμσιές και με φώναζε.

Aντώνης: ήταν η μάνα κι ο πατέρας μας. Μας μεγάλωσαν. Από 7 χρονών θυμάμαι για πρώτη φορά τον πατέρα μου το 71-72 που γύρισε από τη Γερμανία. Μια ζωή σαν γονείς αυτούς θυμάμαι και την προγιαγιά την Όλγα που ήταν συνέχεια ξαπλωμένη. Φώναζε η Αλεξάνδρα για πειθαρχία, δεν ήταν κακή. Και μεις βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε σ’ όλες τις δουλειές, τα πρόβατα, το όργωμα, το αλώνισμα και όλα. Και ο αδερφός μου ο Νίκος ερχόταν στο χωράφι.  

Νίκος Χ. Φελέκης

Τα Video τους

Αλεξω  Φελέκη
Αλέξω+Νίκος Φελέκης

Πολιτιστικός Σύλλογος

των Απανταχού Φωτεινιωτών

2020

2016 Σχεδίαση: Ιωάννης Ε. Τριαντάφυλλος

Τηλ: 6985914838
         6976392261